09 Οκτ 2018

Η Άλφα-Βήτα

Α θέλω ν’ αρχινίσω τζόγια μου να σ’ αγαπήσω
Β βέβαια σου λέω ότι θα σε πάρω θέλω
Γ γίνομαι κομμάτια για τα δυό σου μαύρα μάτια
Δ δεν στον φανερώνω της καρδούλας μου τον πόνο
Εψηλό μου κυπαρίσσι ρίχνεις τη δροσιά σα βρύση
Ζουμπουλάκι μου βαμμένο έχε γεια κι εγώ διαβαίνω
Η ήλιος εχάθη για την εδική σου αγάπη
Θ θέλω να περάσω να σε δω να σου γελάσω
Ι γίνομαι κομμάτια για τα δυο σου μαύρα μάτια
Κρίνε μου απ’ το περβόλι για τα σε με βρίζουν όλοι.
Λάμπει σαν το περιστέρι της καρδούλας μου το ταίρι
Μύρο είσαι και μυρίζεις και τους νέους τους ζαλίζεις
Νι ο νους μου παρεδόθη εις την εδική σου νιότη
Ξι, το ξύλο που θα φάει όποιος πει για να σε πάρει
Ο, μεγάλο μου φεγγάρι της καρδούλας μου καμάρι

Πι, τα πάθη μεγάλωσαν την καρδιά περικύκλωσαν
Ρόδο είσαι και μυρίζεις και τους νέους τους ορίζεις
Σίγμα, σέρνομαι στα φίδια για τα δυο σου μαύρα φρύδια
Ταύ, το αίμα μου παγώνει σα σε βλέπω μες στις δρόμοι
Υψηλό μου κυπαρίσσι, χύνεις τη δροσιά σα βρύση
Φι, τα φύλλα της καρδιάς μου συ τα μάρανες κυρά μου
Χι, ο χάρος θε να γίνω να σε πάρω και να φύγω
Ψι, τα ψάρια μου το λένε, τα ματάκια σου πως κλαίνε
Ω, το ωμέγα τελειώνει, την αγάπη στερεώνει.

Άρχισε γλώσσα μου άρχισε τραγούδια ν’ αραδιάσεις
και την καλή παρέα μας, να τη διασκεδάσεις

Ω, λυγαριά του ποταμού και δάφνη του δαφνώνα
τέτοια ωραία συντροφιά δεν είδα στον αιώνα

Στα όρη βγαίνει η κάπαρη, τα λόγια σου είναι ζάχαρη

Ξέρω τραγούδια να σας πω μα είναι στο τεφτέρι
και το τεφτέρι σπίτι μας και ποιος θα πα το φέρει

Βρε ανάθεμα τα και τα δυο τη θάλασσα και το στρατό
Έχω μπαμπά στην ξενητειά κι αδέλφια εις τα ξένα
Ω Παναγιά φανέρωσε από τους τρεις τον ένα

Νάμουν εδώ, νάμουν εκεί, νάμουν και στην Αμερική

ΣΤΟ βαποράκι πούσαι εσύ στο άρμπουρο θα κάτσω
σα σε μαλώνει ο πλοίαρχος να σύρω να τον κάψω.

Νάμουνα στο τσεπάκι σου, μάρκα στο μαντηλάκι σου

Ζωγράφε που ζωγράφισες τον Άγιο Κωνσταντίνο
ζωγράφισε τα πρόσωπα που κάθονται εδώ γύρω.

Αμυγδαλάκι μου λαδί, κι ας ταξιδεύαμε μαζί.

Αλί, πώς ελαχτάρησα η πόρτα να χτυπήσει
να δω και την αγάπη μου να με γλυκοφιλήσει

Δεν είν’ εδώ δε ζάρεται, αλλού και βοτεζάρεται

Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ τα τρυφερά μου νιάτα
γιατί θε νάρθει ένας καιρός να τα μαράνει η πλάκα

Εμένα μου το είπανε άνθρωποι μερακλήδες
πως την καλύτερη ζωή, περνάνε οι μπεκρήδες

Άγιε μου Γιώργη γείτονα κι ας μ” έπαιρνες να γλύτωνα

Εμένα μου το είπανε άνθρωποι με μουστάκια
πως την καλύτερη ζωή περνούν τα φανταράκια

Άγιε μου Γιώργη απ’ τους κόρφους
φύλα τους δυο μου αδελφούς

Νάμουν αξιωματικός νάμουν και λοχαγός σου
να σούδινα πιο γρήγορα το απολυτήριο σου

Ανάμεσα στη θάλασσα θα κτίσω ένα φουγάρο
για να περνά η αγάπη μου ν’ ανάβει το τσιγάρο

Έλα και σε πεθύμησα με τ’ άστρι σου το μήνυσα

Τούτες οι μέρες τόχουνε, τούτες οι εβδομάδες
οπούχει φίλο κράζειν τον και οπούχει δικό καλείν τον
κι οπούχει και στην ξενητειά γράφειν του, λέει νάρθει
Γραφή μου σύρε στο καλό και πήγαινε σα σφαίρα
και πήγαινε στ’ αγόρι μου και πες του καλησπέρα
Πες του πως τον πεθύμησα πες του πως τον προσμένω
πως τίποτ’ άλλο δεν ποθώ, εκείνον περιμένω.

Δεξιά μου έχω γαρύφαλλο αριστερά ζιμπούλι
σκέπτομαι συλλογίζομαι τίνος να πω τραγούδι

Ολοι κοιτάν τη θάλασσα αν έρχονται καΐκια
μα εγώ κοιτώ τα Ροδινά αν έρχονται κατσίκια

Καΐκι, καϊκάκι μου κοντραμπαλίδικο
φέρε μας το Γιαννάκη το μερακλίδικο

Μαλαματένια άγκυρα ήσουνα αραγμένη
και μ’ ασημένιο πάπλωμα ήσουνα σκεπασμένη

Νάμουνα βιόλα φουντωτή, στη βάρκα που τραβάς κουπί

Τρισαναθεματίζω τη, τη βάρκα που σε πήρε
μακριά μου σε ταξίδεψε κι αλάργα μου σε πήρε

Θάλασσα κι αλμυρό νερό, το χωρισμό σου δε μπορώ

Ω θάλασσα μου αλμυρή τώρα γλυκιά να γίνεις
στα ξένα την αγάπη μου, να μην μου τη ζαλίζεις

Το Τουρκόπουλο

Ένα μικρό Τουρκόπουλο του βασιλιά κοπέλι
μια Ρωμιοπούλα αγαπά μα κείνη δεν το ξέρει
Παρασκευή την αγαπά, Σάββατο το μαθαίνει
μια Κυριακή ξημέρωμα, α θε μην ξημερώσει
εβάλαν της Ρωμιάς βουλή τον Τούρκο για να πάρει
Παίρνει τα όρη ανέτριχα και τα βουνά μπροστά της
κι η μοίρα της την έβγαλε ομπρός στον Άη Γιώργη
Άγιε μου Γιώργη σώσε με απ’ των Τούρκων τα χέρια
να φέρω αμάξι το κερί, αμάξι το λιβάνι
και με το βουβαλόπετσο να κουβαλώ το λάδι
Τα μάρμαρα ραϊσανε κι η κόρη μέσα μπαίνει
ράστηκε το Τουρκόπουλο εμπρός στον Άη Γιώργη
Άγιε μου Γιώργη δώσε μου την κόρη που μου πήρες
να φέρω αμάξι το κερί κι αμάξι το λιβάνι
και με το βουβαλόπετσο να κουβαλώ το λάδι
να κάνω το στεφάνι σου όλο μαργαριτάρι
Τα μάρμαρα ραγίσανε κι η κόρη όξω βγαίνει
απ’ τα μαλλιά την άρπαξε κι η κόρη κλαίει, σκούζει
Άφησμε Τούρκο απ’ τα μαλλιά και πιάσε με απ’ το χέρι
να μη σε δουν τ’ αδέλφια μου και φονικό θα γένει
Ποιος είδε άγιο δίγνωμο σαν και τον Άη Γιώργη
να παραδίνει τις Ρωμιές εις των Τούρκων τα χέρια

Ο Μικροκωνσταντίνος

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, ο μικροκωνσταντίνος
το Μα μηλίτσα φύτευε το Μα γυναίκα πήρε
το Μα του ’ρτε το μήνυμα να πα βαρύ ταξίδι
και το ταξίδι ’ ταν βαρύ κι ο νέος κουρασμένος
χρυσά ποτήρια τον κερνά, χρυσά λόγια του λέει
εσύ μισεύεις Κωνσταντή και μένα πού μ’ αφήνεις
πρώτο σ’ αφήνω στο Θεό και δεύτερο στους Άγιους
το τρίτο το καλύτερο εις την χρυσή μου μάνα
Μάνα μου τη γυναίκα μου, μάνα μου τη γυνή μου
λαγούδια τάιζε μου τη, λαγούδια δείπνει μου τη
και κάθε ηλιοβασίλεμα στρώνε της να κοιμάται
Μηδένα μίλι πάει ο γιος, δυο δεν το αποσώνει
απ’ το χεράκι την αρπά στο μπαρμπεριό την πάει
μπαρμπέρη ξύρισε τηνε κι αντρίκια φόρεσε της
να τήνε στείλω στο βουνό να πα να βόσκει γίδια
κι αν δε χιλιάνει το μαντρί κι αν δε χιλιοκοπήσει
στον κάμπο να μην κατεβείς νερό να το ποτίσεις
Ως θέλει ο Θιος κι η μοίρα της θέλει το ριζικό της
μονοχρονίς εχίλιανε στον κάμπο κατεβαίνει
να και ο νιος και ήρχονταν στον κάμπο καβαλάρης
Ανέσυρε κόρη νερό να πιουν τα διψασμένα
σαράντα σίκλες έσυρε, στα μάτια δεν τον είδε
και στις σαράντα τέσσερις η κόρη αναστενάζει
αν κλαις κόρη για το νερό, αν κλαις για το πηγάδι
αν κλαις και για τον κόπο σου εγώ να τον πληρώσω
δεν κλαίω γω για το νερό δεν κλαίω για το πηγάδι
άντρα ’χω γω στην ξενητειά σήμερα ένα χρόνο
πες μου σημάδια του κορμιού σημάδια του προσώπου
έχει εληά στο στήθος του, εληά στην αμασκάλη
Το μαύρο του γονάτισε κι απάνω του την παίρνει

Η πέρδικα

Μια πέρδικα καυχήθηκε
σ’ Ανατολή και Δύση
πως δεν ευρέθη κυνηγός
να τήνε κυνηγήσει
ο κυνηγός σαν τ’ άκουσε
πολύ του βαρυφάνει
Ρίχνει τα βρόχια στο βουνό
τα ξόβεργα στις κάμποι
τα δίχτυα τα μεταξωτά
εις του Χιονά τη βρύση
πάει η πέρδικα να πιει
τσακώνεται απ’ τη μύτη.

Ω Παναγιά μου Κοιλανή πούσαι ψηλά στα όρη
φύλαγε την αγάπη μου πούναι με το βαπόρι

Άγιε μου Γιάννη γείτονα με τα πολλά καντήλια
φύλαγε την αγάπη μου να σου τα κάνω χίλια

Όρκο ’κανα στη νιότη μου ποτέ μην τραγουδήσω
κι εγώ για την αγάπη μου τον όρκο θα τσακίσω

Καταμεσής στη θάλασσα είν’ ένα πηγαδάκι
πίνουνε οι ναύτες το νερό κι αρνιούνται την αγάπη

Ο κυρ Βορηάς

Ο κυρ Βορηάς παράγγειλε σ’ όλον τον καραβιώνα
καράβια αράξετε καλά δέσετε παλαμάρια
γιατ’ αύριο θα σηκωθώ μ’ όλα μου τα φουσάτα
κι όσα καράβια τ’ άκουσαν όλα λιμάνια πιάσαν.
Του κυρ Βορηά το κάτεργο μες στα βαθιά ’ρμενίζει
Δε σε φοβούμαι κυρ Βορηά φυσήξεις δε φυσήξεις
έχω καράβι απ’ τα σκαριά και τα πανιά πηξάρι
έχω και ναύτες διαλεχτούς ολαντρες του πολέμου
έχω κι ένα ναυτόπουλο που τους καιρούς γνωρίζει
Για σήκω βρε ναυτόπουλο συνοικιαστή τ’ αέρα
να συνοικιάσεις τον καιρό να δεις για τον αγέρα

Πεζοβολώντας νέβαινε κλαίοντας κατεβαίνει
Τι είδες βρε ναυτόπουλο αυτού ψηλά που πήγες
Είδα τη μπόρα π’ άστραψε και το φεγγάρι εχάθη
και στης Αττάλειας το βουνό άσπρο χαλάζι πέφτει
ώσπου να πει να καλοπεί να καλοκουβεντιάσει
βαριά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει
γεμίζει η θάλασσα πανιά το κύμα παλληκάρια
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάει.
Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται
και μόνο η μάνα ενός παιδιού παρηγοριά δεν έχει
βάζει τις πέτρες στις ποδιές τα τρόχαλα στους κόρφους
πετροβολά τη θάλασσα και τροχαλά το κύμα
Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα
πούπνιξες το παιδάκι μου κι άλλο παιδί δεν έχω
Την ώρα που πνιγότανε μία φωνή αφήνει
Άντε φωνή στη μάνα μου, φωνή στην αδελφή μου
κι η τρίτη η φαρμακερή στην αγαπητική μου
Επήρ’ η μάνα τα βουνά κι η αδερφή τους κάβους
τον βρήκ’ η αγαπητικιά στης έρημος την άμμο.

Σούσα

Στις 15 του Μαγιού π’ ανθίζει το ζιμπούλι
ακούσατε μου να σας πω της Σούσας το τραγούδι
Η Σούσα ήταν έμορφη της Κρήτης το καμάρι
αγάπα το Σαρη-μπαγλή το πρώτο παλληκάρι
Αγάπα τον κι αγάπα την χρόνους δεκατεσσάρους
και μια Παρασκευή πρωί Σούσα στον ήλιο κάνταν
και με το κεντομάντηλο τα μάτια της σκουπίζει
Η μάνα της την αρωτά κι ο κύρης της της λέει
τι έχεις Σουσανάκι μου και κάθεσαι και κλαίεις
Ονειρο είδα μάνα μου πικρό φαρμακωμένο
πως ήρθε τ’ αδελφάκι μου γυμνό ξεσπαθωμένο
όνειρο είναι κόρη μου, όνειρο θα περάσει
και σένα τ’ αδελφάκι σου στα ξένα θα γεράσει
Στα ξένα όπου βρίσκεται στα ξένα που γυρίζει
για τα θεριά τον φάγανε, για άλλη τον ορίζει
και μέσα στα μεσάνυχτα οι πετεινοί λαλούσαν
ακού την πόρτα να χτυπά και να φωνάζει Σούσα
Έλα Σούσα μου έλα άνοιξε και είμαι κουρασμένος
κι από το δρόμο τον πολύ είμαι και διψασμένος
Παίρνει η Σούσα το μαστραπά κρύο νερό να φέρει
από το περιβόλι τους κι από το κρυονέρι
Κείνος νερό δεν ήθελε νερό δε θέλει μόνο
με τ’ άγριο της μιλά με τ’ άγριο της λέει
Σούσα ποιος είν’ που κάθεται στην κλίνη σου αποκάτω
και ρεμπελιό μου σήκωσες κι εγώ δεν κάτεχα το.
Για δες το το Πανάκι μας λόγια που μου τα λέει
θαρρεί εκείνα πούκαμε θαρρεί τα κάνουν κι άλλοι
Το μαχαιράκι του ’ βγάλε απ’ αργυρό θηκάρι
στον ουρανό το έριξε και στην καρδιά της πάει
Από τον πολυταραγμό πούκαμε το κορμί της
εσείστηκε η κλίνη της κι ένιωσε το πουλί της
Παίρνει τα γρόσα στην ποδιά τις λίρες στο μαντήλι
να πα να δει τη Σούσα του να δει το τι θα γίνει
Γιατρέ που γαίνεις τις πληγές που γαίνεις τις γιαράδες
γιάνε κι εμέ τη Σούσα μου μη λυπηθείς παράδες.
Γιατρός που γαίνει τις πληγές, που γαίνει τις γιαράδες
γιάνω κι εγώ τη Σούσα σου, δε θέλω παράδες.
Να πείτε του Σαρη-μπαγλή αν είναι παλληκάρι
να κάμει στο μνημούρι μου έν’ αργυρό φεγγάρι.
Κι όταν την κατεβάζανε τρία σκαλιά του Άδη
σκότωσαν το Σαρη-μπαγλή κρίμα στο παλικάρι
Μέσα στου χάρου τις πληγές βότανα δε χωρούνε
ούτε γιατροί γιατρεύουνε ούτε Άγιοι βοηθούνε.

Το Κάστρο

Στέκει το κάστρο εκεί ψηλά, τα μαύρα μάτια είναι γλυκά
στέκει εκεί και καμαρώνει, δένδρα και κλαδιά φουντώνει
Παίρνω το στρατί-στρατί για σένα αγάπη μου χρυσή.
στρατί το μονοπάτι, βάσανα πούχει η αγάπη
και τους γειτόνους αρωτώ, πούναι η νέα π’ αγαπώ
Μέσα ε/ναι και κοιμάται και για σένα αυλλογάται
Άνοιξε πόρτα μ’ άνοιξε σύρε και πάλι σφάλιξε
άνοιξε νάμπω μέσα, τα λογάκια σου μ’ αρέσαν.
Κι αν είσαι με τη μάνα σου, πάρε και με αντάμα σου
κι αν είσαι με τον κύρη σου, πάρε με νοικοκύρη σου
είτε με την αδελφή σου πάρε με και με μαζί σου
είτε με τον αδελφό σου, πάρε με αγαπητικό σου

Ο στρατιώτης

Στρατιώτης και πραματευτής μαζί τρώνε και πίνουν
τραγούδιεν ο πραματευτής χαίρουνταν ο στρατιώτης
Πες μου να ζεις πραματευτή τραγούδια της αγάπης
τραγούδια για τις όμορφες και για τις μαυρομάτες
Εγώ πολλές εφίλησα ξανθιές και μαυρομάτες
μα σαν της Μάγδας το φιλί άλλο φιλί δεν είδα
Πες μου να ζεις πραματευτή ποια είν’ αυτή η Μάγδα
Η Μάγδα η Σαντορινιά πόχει στρατιώτη άντρα
Πες μου να ζεις πραματευτή σημάδια του σπιτιού της
έχει τη δρυ στην πόρτα της, το κλίμα στην αυλή της
κι ανάμεσα στο σπίτι της, χρυσή καντήλα ανάβει
Πες μου να ζεις πραματευτή σημάδια του κορμιού της
Έχει ελιά στο μάγουλο κι ελιά στην αμασκάλη
κι ανάμεσα στα στήθια της τον ήλιο, το φεγγάρι.

Στη Ρόδο

Κάτω στη Ρόδο, στο ροδονήσι
Τούρκος εβγήκε να κυνηγήσει
δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια
μον κυνηγούσε δυο μαύρα μάτια
Μαύρα μου μάτια, κόκκινα χείλη
μπρόβαλε κόρη στο παραθύρι
να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι
να δεις το νέο που θα σε πάρει
Δεν τόνε θέλω τον Τουρκολάντρα
να με φωνάζουνε χαλμού σουλτάνα
Πάρε τον κόρη κι έχει παπόρι
θα σε γυρίζει Σμύρνη και Πόλη
πάρε τον κόρη κι έχει γαλέττα
Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε παίρνω
παπίτσα γίνομαι στη λίμνη μπαίνω.

Κόρη ξανθή

Κόρη ξανθή τραγούδησε απάνω στο γιοφύρι
και το στοιχειό του γιοφυριού απηλλογήθη κι είπε
άλλαξε κόρη το σκοπό και πες άλλο τραγούδι
δεν τον αλλάζω το σκοπό να πω άλλο τραγούδι
γιατ’ έχω άντρα άρρωστο βαριά που κινδυνεύει
μου γύρεψε ξερωστικό που δε ζαρεί ο τόπος μου
γύρεψε λαγού τυρί κι αγριολαφίτσας γάλα
Βλέπεις εκείνο το βουνό το υψηλό το μέγα
εκειά ’πο πίσω βρίσκονται κι είν’ όλα στολισμένα
΄Ωσπου ν’ ανέβει το βουνό ν’ ανέβει να κατέβει
αρρώστησε ξαρρώστησε κι άλλη γυναίκα πήρε
κι εκείνη τη βαριόμοιρη κουμπάρα την εκράνη
Πα να το πω της μάνας μου κι ότι μου πει να κάνω
Μάνα τον αγαπώ πολύ και τον αρραβωνιάζουν
κι εμένα τη βαριόμοιρη κουμπάρα του με κράνουν
Μωρή μουρλή, μωρή ζουρλή, μωρή ξεμωραμένη
έχεις κεφάλι να σταθείς, κεφάλι για να κλίνεις
έχεις και χεροκάλαμα τα στέφανα ν’ αλλάξεις;
Έχω κεφάλι να σταθώ κεφάλι για να κλίνω
έχω και χεροκάλαμα τα στέφανα ν’ αλλάξω
Κάνει τρεις μέρες να λουστεί και τέσσερις ν’ αλλάξει
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη
και του κοράκου το φτερό βάζει γατανοφρύδι
Στ’ αυγό πατά και δε ραεί στο βούρλο δε λυγάει
και στο γιοφύρι επάτησε στην εκκλησιά πηγαίνει
Παπάς την είδε κι έσφαλε, διάκος κι εξεφορέθη
και τα μικρά ψαλτόπουλα εχάσαν τη λαλιά τους.
Ψάλε παπά κι απόψαλε και συ σαν καρανάτης
και συ γαμπρέ τι έπαθες τι έχεις κι ελιγώθης
Παπά αν είσαι χριστιανός και αν πιστεύεις στ’ άγια
παρέσυρε τα στέφανα και βάλτα της κουμπάρας
Πάμε μάνα στο σπίτι μας και όνειρο το είδα
χρυσό αετό μου δώσανε και πίσω μου τον πήραν

Παραλλαγή του γιοφυριού της Άρτας

Σαρανταδυό καλοί υπουργοί κι εξήντα μαθητάδες
καμάρα να στεριωθούνε στης τρίχας το γιοφύρι
ολημερίς το χτίζουνε και το πρωί εχάλα
Α δε σκοτώσετε θεριό καμάρα δε στεριώνει
Μην πα σκοτώσετε θεριό, καμάρα δε στεριώνει
Μην πα σκοτώσετε θεριό μήτ’ άσπρη περιστέρα
μόνο του πρωτομάστορη την πρώτη του γυναίκα
Στέλλει να πα να της το πει να της το παραγγείλει
αργά πλυθεί, αργά λουστεί, αργά το γέρμα νάρθει
μα κείνος επαράκουσε κι είπε το γέρμα νάρτει
Τρεις αδερφάδες είμαστε κι οι τρεις κακονραμμένες
Η μια ’ χτίσε το Δούναβη κι η άλλη το γιοφύρι
κι εγώ η κακορίζικη καμάρα να στεριώσω
Πώς τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει η καμάρα
να τρέμει και να μη χαλά ολημερίς το χρόνο.

Λυγερή

Μιαν αυγή μίαν πρωία στου ύπνου τ’ αγκαλάκια
το ’δα πως εκοιμόμουνα με δυο μαύρα σκυλάκια
Παίρνω το σκυλαράκι μου το γαλανί το μαύρο
σε όρη, σε ψηλά βουνά λαγούς περδίκια πιάνω
ΣΤΟ δρόμο που επήγαινα στο δρόμο που παγαίνω
βλέπω μια νέα κι έπλενε σε κρουσταλλένια βρύση
“Ωρα καλή σου λυγερή, καλώς τον κυνηγάρη
για δέσε τα σκυλάκια σου σε λυγαριάς κλωνάρι
Εμέ τα ακυλαράκια μου λαγούς περδίκια πιάνουν
μα σαν και σένα λυγερή ποτέ δε σε δαγκάνουν
Κι ο κυνηγός της έδωσε μαντήλι να του πλύνει
μα κείνη με θυμό κι οργή οπίσω του το δίνει
Κι η μάνα της της φώναζε από το παραθύρι
αν έπλυνες κι απόπλυνες στο σπίτι να διαβαίνεις
Εγώ πλυνα κι απόπλυνα μα πώς θε να διαβήνω
ο κυνηγός που είναι δω δε μ’ άφηκε να φύγω
Ο Σκύλος δε φοβήθηκε τα δώδεκα τ’ αδέλφια
σκύβει και την γλυκοφιλά την πήρενε γυναίκα.

Προσφυγούλα

Αρχοντονιός, παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα
κι η μάνα του σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνει
προσφυγούλα σε κλαιν τα μάτια μου
Παίρνει δυο φίδια απ’ το βουνό και της τα τηγανίζει
έλα νύφη να φας φαί, ψάρια τηγανισμένα
που τα ’ στείλε ο γιόκας μου απ’ το γιαλό για σένα
και με την πρώτη πηρουνιά η καρδιά της φαρμακώθη.
Ο πεθεράδος μου κρασί να σβήσει το φαρμάκι
εδώ κρασί δε βρίσκεται ούτε νερό πουλιέται
μόνο μνημούρια ανοικτά για τα φτωχά κορίτσια
προσφυγούλα μαυρομάτα μου

Μια λυγερή

Μια λυγερή καυκίστηκε πως χάρο δε φοβάται
γιατ’ έχει δεκαεννιά αδερφούς και δώδεκα αντραδέρφους
έχει κι αρραβωνιστικό άξιο και παλικάρι
και πύργο μολυβόσπιτο κι ο χάρος δεν την παίρνει
Χάρος πουλάκι γένηκε κι όμορφο χελιδόνι
στην κεφαλή της κάθησε, πονεί την κεφαλή της
Μανούλα μου, μανούλα μου πονώ την κεφαλή μου
άνοιξε τις αγκάλες σου γλυκά να βγει η ψυχή μου
κι αν έρτει ο αρραβωνιαστικός μην τον κακοκαρδίσεις
στρώσε τραπέζι θλιβερό, περόνια σκουριασμένα
δώστου την αρραβώνα του τη μαργαριταρένια
Νάτονε που ξεπρόβαλε απ’ την κακιά τη στράτα
από καρσί αγνάντεψε σπίτια του πεθερού του
σπίτι του πεθερούλη του πολύ φουσάτο βλέπει
για πεθερά μου χάθηκε για πεθερός μου πάει
για απ’ τα γυναικαδέρφια μου κανένας εσκοτώθει.
Δίνει του μαύρου καμιτσιά στην εκκλησιά πηγαίνει
εκεί ’δε τον χιλιοπαπού κι άνοιγε το μνημούρι
μπορείς να πεις χιλιοπαπού τίνος είν’ το μνημούρι
Δικό σου είν’ το κάλεσμα δικό σου το μνημούρι
δικιά σου είν’ η λεμονιά που θάρθουν να φυτέψουν.
Δίνει του μαύρου καμιτσιά στο σπίτι της πηγαίνει
Τόπο του κάναν άρχοντες τόπο και οι παπάδες
τόπο και οι αρχόντισες να μπει να δει την κόρη
Εκεί έσκυψε και φίλησε δυο μάτια σφαλισμένα
δυο μήλα μηλομάγουλα κι απολιφαδιασμένα
Βγάζει το μαχαιράκι του μες στην καρδιά το μπήζει
Σ’ ένα κασόνι βαλαν τους σ’ ένα λάκκο τους θάβουν
η κόρη βγήκε λεμονιά κι ο νιος κυπαρισσάκι
Οταν λυγά η λεμονιά φιλά το κυπαρίσσι
Για δες εκείνα τα δεντριά που στέκουν φυτεμένα
όπως στεκούνταν ζωντανά στέκουν κι αποθαμένα

Η λυγερή

Ένας κοντός στη γειτονιά έχει όμορφη γυναίκα
ζουλεύουν του οι εδικοί ζουλεύουν του κι οι ξένοι
και τόνε χαρατσώνουνε εννιά χιλιάδες γρόσσα.
Πουλεί αμπέλια ατρύγητα, αμπέλια τρυγισμένα
πουλεί χωράφια αθέριστα, χωράφια θερισμένα
Παίρνει ο κοντός τη λυγερή και στον μακρύ την πάει
Πάρε μακρύ τη λυγερή κι αμέτρητα σου δίνω
και τα φλουριά που σούδωσα προικιά της αδελφής μου
Ήρχισε ο νιος να τη φιλά ήρχια’ ο Θιος κι εκάλα
ήρχισ’ ο νιος να τη τσιμπά ήρχια’ ο Θιος κι εβρόντα.
Ερώτησα τη λυγερή πο πού κρατά η γενιά σου
Η μάνα μου απ’ το Μοριά κι ο κύρης μ’ απ’ τ’ Ανάπλι
είχα και έναν αδελφό, τον λέγανε Γιαννάκη
Οι Τούρκοι μας τον πήρανε τον κάνανε Τουρκάκι
Παίρνει ο μακρύς τη Λυγερή και στου κοντού πηγαίνει
Πάρε κοντέ τη Λυγερή, πάρε κοντέ την κόρη
και τα φλουριά που σου ’δωσα προικιά της αδελφής μου.

Μια λυγερή

Μια λυγερή βαριαρρωστά, μια λυγερή πεθαίνει
για έν’ αγουροφίλημα σκίζει τη γης και μπαίνει
και τρεις καλές συντρόφισσες πήγαν να τήνε δούνε
η μια τήνε μπιθολογά κι η άλλη τήνε βρίζει
κι η γκαρδιακιά συντρόφισσα τήνε παρηγορίζει
Μωρή δεν αγαπήσαμε και μεις και σαν κι εσένα
Εσείς κι αν αγαπήσατε μαύροι ’ταν κι άσκημοι ’ταν
μα γω σαν τον αγάπησα αγγελομάτης ήταν
και η καλή συντρόφισσα επήγε να τον έβρει
Πες μου να ζεις συντρόφισσα που είν οι κατοικίες του
Από λαγκάδι ως βουνό κι από βουνό ως λαγκάδι
και μέσ’ στα χαμολάγκαδα εκεί ειν’ οι κατοικίες του
Χίλιοι τον είχαν από μπρος και χίλιες από πίσω
και πάλι δεν τον σώσανε κι έλα κοντά της λέει
Μια λυγερή βαριαρρωστά μια λυγερή πεθαίνει
για τ’ όνομα σου άγουρε σκίζει τη γη και μπαίνει
Εγώ κόρη παντρεύομαι κάτω στη Βαβυλώνα
κι αν θες να πιάσεις στέφανο να γίνεις και κουμπάρα
αν θέλεις καλέ μάτια μου ακλούθα με ακόμα
Επήγε και την ηύρενε και τη μπιθολοίζει
κι ήρχισε κι εστολίζουνταν μια μέρα και μια νύχτα
βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη
και του κοράκου το φτερό βάζει γατανοφρύδι
κάθεται στο παράθυρο τα κομπολόγια παίζει
να και ο νιος που ’ρχότανε στ’ άλογο καβαλλάρης
στα κατσαρά του τα μαλλιά τον κόσμο καθρεφτίζει
Μη λυπηθείς τα νιάτα μου ούτε την εμορφιά μου
μονάχα τον παραδερμό που έχει η καρδιά μου
Μωρ’ ας ξυνίσουν τα κρασιά ας μαραθούν οι γάμοι
μα γω με σένα λυγερή θα κοιμηθώ το βράδυ.

Παραλλαγή του Μικροκωνσταντίνου

Γλυκοχαράζει η αυγή κι η μέρα ξημερώνει
παν τα κορίτσια στη βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση
βγαίνω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου
βρίσκω μια κόρη κι έπλενε σε μαρμαρένια βρύση
Τη χαιρετώ δε μου μιλεί της κρίνω δε μου κρένει.
-Κόρη για βάλε μου νερό, την καλημέρα νάχεις
να πιω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου
Σαράντα σίκλες έβγαλε στα μάτια δεν την είδε
κι απάνω στις σαρανταδυό τη βλέπει δακρυσμένη
-Γιατί δακρύζεις λυγερή και βαριαναστενάζεις
μήν απεινάς, μην αδιψάς, μην έχεις κακή μάνα;
-Μήτε πεινώ, μήτε διψώ μήτ’ έχω κακή μάνα
Άντρα έχω στην ξενητειά και λείπει 10 χρόνους
ακόμα δυο τον καρτερώ στους τρεις τον παντεχαίνω
κι αν δεν ερτή κι αν δε φανεί καλογριά θα γένω.
Θα πάω σ’ έρημο βουνό σ’ έρημο μοναστήρι
κείνον να τρώει η ξενητειά κι εμέ τα μαύρα ράσσα
-Κόρη μ’ ο άντρας σ’ επέθανε ο άντρας σου εχάθη
ψωμί, τυρί του μοίρασα κι είπε να μου το δώσεις
κι ένα φιλί του έδωσα κι είπε να μου το δώσεις
-Ψωμί τυρί κι αν μοίρασες διπλά να σου το δώσω
μα το φιλί που τούδωσες να πας να σου το δώσει
-Κόρη μου εγώ είμ’ ο άντρας σου εγώ ’μαι κι ο καλός σου
-Δείξε σημάδια της αυλής και τότε να πιστέψω
– Έχεις μηλιά στην πόρτα σου σταφύλι στην αυλή σου
κάνει σταφύλι ροζακί και το κρασί μοσχάτο
κι όποιος το πιει δροσίζεται και πάλι ανεζητά το
-Διαβάτης ήσουν πέρασες τα είδες και τα λέγεις
Δείξε σημάδια του σπιτιού και τότε να πιστέψω
-Ανάμεσα στην κάμαρα χρυσό καντήλι ανάβει
και φέγγει σου και ντύνεσαι και τα καλά σου βάζεις
-Ξένε μου συ ’σαι ο άντρας μου, εσύ ’σαι κι ο καλός μου.

Τα μάτια σου τα λιόμαυρα παίζουν μπουζούκι κι όργανα
Τα μάτια σου τ’ αράπικα τα είδα και τρελάθηκα

Εφάγαμε τον πετεινό φάγαμε και την κότα
δώσε μας το ριγάλο μας να πάμε σ’ άλλη πόρτα

Τούτες οι μέρες τόχουνε τούτες οι εβδομάδες
να τραγουδάνε τα παιδιά να χαίροντ’ οι μανάδες
Μα τ’ άνθη πούναι στις κουκιές ήρθανε κι οι αποκρηές.

Το Κωστάκι

Ένα Κωστάκι θέλησε να πάει στο κυνήγι
ΣΤΟ δρόμο που επήγαινε βλέπει τρία μουλάρια
βλέπει και τη μανούλα του με τρία παλικάρια
Έννοια σου συ μανούλα μου το βράδυ στο μπαμπά μου
Το μαχαιράκι έβγαλε απ’ τ’ αργυρό θηκάρι
και χωρίς καθυστέρηση του κόβει το κεφάλι
Φεύγει και πάει στο σπίτι της. Ο άντρας τη ρωτάει
Γυναίκα πού ’ ναι το παιδί πού είναι το Κωστάκι
Το έντυσα, το χτένισα και πάει στο σχολείο
Φεύγει και πάει στο σχολειό το δάσκαλο ρωτάει
Δάσκαλε πού ’ναι το παιδί, πού είναι το Κωστάκι
Έχω δυο μέρες να το δω και τρεις να του διαβάσω
κι αν δεν το δω και σήμερα ίσως να το ξεγράψω
Φεύγει και πάει στο σπίτι του και πάλι τη ρωτάει
Γυναίκα πού ’ ναι το παιδί, πού είναι το Κωστάκι;
Το έντυσα, το χτένισα και πάει στη γιαγιά του.
Φεύγει και πάει στης μάνας του ταχιά και τη ρωτάει
Μητέρα πού ’ ναι το παιδί, πού είναι το Κωστάκι;
Έχω δυο μέρες να το δω και τρεις να το φιλήσω
κι αν δεν το δω και σήμερα ίσως να ξεψυχίσω.
Φεύγει και πάει στο σπίτι του πολύ συλλοϊσμένος
Κάτσε άντρα μου να φας κρέας τηγανισμένο
τα σηκωτάκια σπάραξαν και μια φωνούλα βγάζουν
-Αν είσαι Τούρκος φάε με, Εβριός κατέλυσε με
αν είσαι ο μπαμπάκας μου σκύψε και φίλησε με.

Ο Εβραίος

Μάνα νυγιό εστόλιζε να πα να μεταλάβει
κι οι εκκλησίες τον διώχνουνε
Άγιο Πνεύμα του λέει:
Πού πας Εβραίε, πού πας σκυλί, πού πας μαγαρισμένε
Παίρνει και πα στο σπίτι τος, με τα καμένα χείλη
Φέρε μου μάνα μου παπά, φέρε και συχωράρη
φέρε μου και πνευματικό να πω τα κρίματά μου
Εγώ ’μαι γιε μου ο παπάς εγώ κι ο συχωράρης
εγώ ’μαι κι ο πνευματικός και πε τα κρίματά σου
Μάνα στις 6 του Μαγιού στις 23 τ’ Απρίλη
παναγυράκι εγίνονταν τ’ Αη Γιωργιού τ’ Αφέντη
Το παναγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος
Ολοι δέναν τους μαύρους τους σε δαφνιά και σε μερουνια
Και γω ’δεσα το μαύρο μου σε μνημουριού κρικέλι
Μάταν ο μαύρος δυνατός ήταν και σκανταλιάρης
κι απέ το δώστου κι έπαρε άνοιξε το μνημούρι
και μέσα κόρη εκοίτουνταν τριω μερώ θαμένη
Ελάμπαν τα τραχηλιά της από τις καρινέτες
έλαμπαν τα χεράκια της από τα δαχτυλίδια
Ελάμπαν τα ποδάρια της απ’ τα χρυσά γοβάκια
κι εκεί έσκυψα και φίλησα δυο μήλα μαραμένα
δυο μήλα, μήλα κόκκινα απ’ το Χάρο μαραμένα
Εσένα γιε το κρίμα σου δεν έχει σωτηρία
μόνο να πας στην έρημο να γίνεις ερημίτης
να τρως το μήνα κάστανο το χρόνο λεπτοκάρι
και τη Λαμπρή την Κυριακή ένα κουφό καρύδι.

Η Εβριοπούλα

Ένα Σαββάτο βράδυ, μια Κυριακή πρωί
ξεκίνησα να πάω εις την Εβριανή
βλέπω μια Εβριοπούλα κι ελουζότανε
με διαμαντένιο χτένι εχτενιζότανε
Της λέω Εβριοπούλα γίνεσαι Χριστιανή
ν’ αλούζεσαι Σαββάτο ν’ αλλάζεις Κυριακή
και να μεταλαβαίνεις Χριστούγεννα Λαμπρή
Καλύτερα να πέσω στου Τούρκου το σπαθί
Παρά ν’ αλλάξω πίστη να γίνω Χριστιανή.

Άγιος Γιώργης

Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου
κι όμορφε καβαλάρη
οπού ’χαμε στον τόπο μας
ένα βαθύ πηγάδι.

Ανθρώπους το τάϊζουνε
πάσα πρωί και βράδυ
μια πρωινή δεν πήγανε
άνθρωπο να δειπνήσει

Νεροσταλιά δεν άφησε
τη χώρα να δροσίσει
και ρίξανε το μπουλετί
ότινος ήθε πέσει
να πάει το παιδάκι του
εις το θεριό πεσκέσι

Και ξέπεσε το μπουλετί
σε μια βασιλοπούλα
οπού την είχε ο αφέντης
της μονάχη ρηγοπούλα

Πολύς λαός μαζεύτηκε
πάνω στη βασιλεία
για στείλετε την κόρη
σου για στείλομε εσένα

Στολίσετε την κόρη μου
και κάμετε τη νύφη
και στείλετε τη στο θεριό
πεσκέσι να δειπνήσει

Κι ο Άγιος Γιώργης σαν τ’ άκουσε
πάει να τη γλιτώσει
κι απ’ το πικρό της θάνατο
να την ελευθερώσει

Άσε με ν’ αποκοιμηθώ
στα γόνατα σου επάνω
κι όταν θε νάρθει το θεριό
εγώ από δω το βγάνω

Για πές μου παλληκάρι μου
τι λένε τ’ όνομα σου
για να το κάνω αφέντη μου
χάρη της αφεντιάς σου.

Γιώργης στρατιώτης γράφομαι
απ’ την Καπαδοκία

Την ώρα πούρθε το θεριό
τα όρη εσιγοτρέμαν
κι η κόρη από το φόβο
της φώναζε Άη Γιώργη

Κόρη πού το βρες τ’ όνομα
και φώναξες Άη Γιώργη

Την ώρα που κοιμόσουνα
ήρτε ένα περιστέρι
κι εβάστα τίμιο σταυρό
εις το δεξί του χέρι
κι έγραφε πάνω ο σταυρός
Εβίβα Άη Γιώργη

Σηκώνεται ανατολικά
και κάνει το σταυρό του
μια κουμπουριά του βάρεσε
κι έκοψε το λαιμό του
Και πάλι το ξαναβαρεί
καταμεσίς στο στόμα
κι έκαμε ανεμοταραχή
στις πέτρες και στο χώμα

Άντε κόρη στη μάνα σου
άντε και στου κυρού σου
και εγώ σου την εχάρισα
σήμερα τη ζωή σου.