09 Οκτ 2018

Η χήρα

Ακούσατε μου να σας πω τι έπαθε μια χήρα
ήχασε το φουστάνι της κι είπενε ’γω το πήρα
αν εγώ το πήρα, χήρα κακομοίρα
να πέσω από το μάλαθρο και νάβγω στο μαρούλι
αν εγώ το πήρα, χήρα κακομοίρα
και να με κουβαληθούνε σε μια τσανάκα μέλι
αν εγώ το πήρα χήρα κακομοίρα
να σπάσουνε τα δόντια μου σε μια χλωρή μουζήτρα
αν εγώ το πήρα χήρα κακομοίρα
να με πετροβοληθούνε μ’ αυγά καθαρισμένα

Την ωραία σου τη μύτη φράξιμο στο νεροχύτη
τα ωραία σου τα κάλη πατσαβούρα στον μπακάλη

Σ’ αγαπώ όσο αγαπά ο γάιδαρος τα χόρτα
η γάτα τα γατάκια της κι ο πετεινός την κότα

Μα του μπακάλη το τυρί είσαι κυρά μου πονηρή
Μα του μπακάλη τις ελιές είσαι γεμάτη μαργιολιές

Τυφλός βελόνα γύρευε
μέσα στον αχερώνα
κι ένας μουγκός του έλεγε
την άκουγα που εβρόντα
Βλέπει ο τυφλός ένα λαγό
τρέχει ο κουτσός τον πιάνει
και τόνε δίνει στον γυμνό
για να τόνε ζεστάνει
και τον εμαγειρέψανε
σε ξέκολο τσουκάλι

Ας αφήσουμε τα ψέματα
κι ας πούμε μιαν αλήθεια
ο κόκορας μας γέννησε
κι έκανε πέντε ερίφια.

Νύφη μου καλορίζικια χαρά στο ριζικό σου
κάθε Σαββατοκύριακο άλλονε στο πλευρό σου

Βρε δε σε καταδέχομαι τηγάνι στην αυλή μου
να τηγανίζω ποντικούς να τρώει το γατί μου

Του πρώτου πρέπουν άχερα, του δεύτερου σαμάρι
του τρίτου και του τέταρτου πρέπει του σιλιβάρι

Του μπαρμπουνιού το κόκαλο να κάτσει στο λαιμό σου
γιατί δεν έχει τελειωμό το ρημοσκότεινό σου.

Μωρή κιτρινοφασολιά μωρή κιτρινομούρα
που έπλυνες τη μούρη σου μέσα στη σαλαμούρα

Μωρή μαυροκουντουρουδιά του τσουκαλιού καπάκι
που με τα μένα τάβαλες πούμαι γαρυφαλλάκι

Οποιος στον κόσμο γεννηθεί κι αγάπη να μην κάνει
μοσχάρι εγεννήθηκε και βόδι θα πεθάνει

Μωρή παχιά κι ανάλατη και πετινοκουγιάβλα
τι σειέσαι και λυγίζεσαι μπροστά στα παλικάρια

Άσπρη και παχιά γαϊδούρα πρόβαλε στη λειβαδούρα

Μαύρο είναι το πιπέρι μα πολλές καρδιές μαραίνει
άσπρο είναι το τυρί μά ’χει σκουλήκια και βρωμεί

Ο ουρανός κι η θάλασσα έχουν το ίδιο χρώμα
Η Σκούνα και ο Λιβανός θα μπουν στο ίδιο χώμα

Ποια σκουριασμένη κλειδαριά έχασε το κλειδί της
παντρεύτηκε η Μαρούκα μας και πήρε το παιδί της

Αμυγδαλιά με τ’ άνθη σου βαριά πούν’ η αγάπη σου
αμύγδαλο κι αμυγδαλιές αν μ’ αρνηστείς θα φας κλωτσιές

Καλέ μάνα δε μπορώ, σφάξε μου ένα πετεινό
και του πετεινού το λάδι κάμε μού το ένα πιλάβι.

Όταν γεράσει ο άνθρωπος δεν έχει πια αξία
μοιάζει με το γραμμάτιο που λήγει η προθεσμία.

Ρίμες

Η Κυδιάντα βγάζ’ εργάτες, η Λαγκάδα αριστοκράτες
ο Σκαρδανάς λιμοκοντόρους και τ’ Αγρελωπό τους σαλταδόρους.
Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός τόσα παιδιά να κάνεις
τόσες φορές να παντρευτείς και χήρα να πεθάνεις

Μη μας λέτε ζαμπαράδες μη γυρεύετε καυγάδες
στον καφενέ δεν πάμε, τσιγαράκι δεν τραβάμε
Του Δημήτρη το σκαρπάκι είναι το καφενεδάκι
Η Πινέλα η περηφάνεια δε μας θέλει τα τσογλάνια
Η Ευτύχα σα φωνάζει όλη η γειτονιά τραντάζει
η κυρα-Ρηνιώ με νότες μές στης Δέσποινας τις πόρτες.

Ένας γάτος

Ένας γάτος μιαν ημέρα βάζει ρούχα σαν πατέρας
και στ’ αναλόγιο καθίζει και τού ποντικού σφυρίζει
Ποντικοί μη φοβηθείτε ’λάτε να σιγουρευτείτε
Ακούει μία ποντικίνα με τα μοιρολόγια εκείνα
άφησ’ με γάτο για να ζήσω εκκλησιά να σου στολίσω
Να σου φέρω και το χέλι αλεξανδρινό σκουτέλι
να σου φέρω και μυζήθρα από του βοσκού την τρύπα
να σου φέρω το χλωρό με την τρομάρα που θωρώ
Δεν το θέλω γω το χέλι αλεξανδρινό σκουτέλι
δεν τη θέλω τη μυζήθρα από του βοσκού την τρύπα
μόνο θέλω την ουρά σου να τινάζω στα πλευρά σου

Η προίκα

Της ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ
κι επήρα τη Μαρίκα πούχε τη μεγάλη προίκα
Είχενε για μετρητά ένα κόσκινο φλουριά
είχε μια σεντούκα τρύπια, μπαινόβγαιναν τα ποντίκια
είχε μια στραβή μασιά, μια κουτσή σιδεροστιά
είχε δυο σπασμένα πιάτα, τρεις καρέκλες δίχως ψάθα.
ΣΤΟ παράθυρο για τζάμι παλιοτενεκέδες βάζει
στο κρεβάτι για σεντόνι παλιοεφημερίδες στρώνει.

Του κλείδωνα

Ανοίξετε τον κλείδωνα με του Χριστού τη χάρη
όποια ’ ναι η πρωτογόνατη ωραίο θε να πάρει
Ανοίξετε τον κλείδωνα και στρώστε τα βελούδα
για να περάσ’ ο βασιλιάς με τη βασιλοπούλα
Μή σείεσαι μη λυγίζεσαι και ξέρω τη γενιά σου
ένα καντάρι κόνιδες έχει η βρακοθελιά σου
Η μάνα σου η αγγουριά κι ο κύρης σου τ’ αγγούρι
εκάτσανε κι έκανανε εσένα τον καμπούρη

Μωρή ψειρού και κονιδού και πετεινοκουγιάβλα
δεν κάθεσαι στο σπίτι σου μόνο γυρεύεις άντρα
Δεν ήξερε η μάνα σου καλύτερα να κάνει
ένα γατάκι μαλλιαρό τους πετεινούς να πιάνει

Στου παπά την αυλή γάιδαρος ψυχομαχεί
ο παπάς τον έγδερνε κι η παπαδιά τον έκλαιγε
Σώπα παπαδιά μην κλαις μη σουρομαλίζεσαι
κάνω την προβιά του γούνα και τα δόντια του πηρούνια
και το στόμα του χωνί γιά να πίνω το κρασί
και την κεφαλή του γούρνα για να πίνουν τα γουρούνια.

Ανοίξετε τον κλείδωνα κι ανάψτε τα μανόλια
για να ’μπει η Μαρία μας με τα στραβά ποδάρια

Πήγες κι αρραβωνιάστηκες τα παλιοπάπουτσα μου
όπου τα βάζω το πρωί και πάω στη δουλειά μου